Ντοκιμαντέρ "Ντίνος Κατσουρίδης, μια ζωή σαν σινεμά"

Το Εργαστήρι Λόγου, Τέχνης & Παράδοσης όσον αφορά τον κινηματογράφο θα αφιερώνει την χρονιά σε καταξιωμένους δημιουργούς και καλλιτέχνες. Το 2016 αφιερώνεται στον παραγωγό και σκηνοθέτη Ντίνο Κατσουρίδη και τον ηθοποιό Θανάση Βέγγο.

Με αυτή την ευκαιρία, σας προσκαλούμε την Παρασκευή 1η Ιουλίου 2016 στην προβολή του ντοκιμαντέρ "Ντίνος Κατσουρίδης, μια ζωή σαν σινεμά", στο οποίο  θα παρευρεθεί και θα παρουσιάσει η σκηνοθέτης Ισαββέλα Μαυράκη στο χώρο πολιτισμού Δρύοπες , στα Ν. Στύρα Ευβοίας (είσοδος δωρεάν).

H Ισαβέλλα Μαυράκη σε μια προσπάθεια να φωτιστεί ακόμα περισσότερο αυτό το τόσο γνωστό αλλά και άγνωστο πρόσωπο, ο Ντίνος Κατσουρίδης,  γύρισε το ντοκιμαντέρ, "Ντίνος Κατσουρίδης, μια ζωή σαν σινεμά"  (Διάρκειας 62 λεπτών.)

Άνθρωποι που τον αγάπησαν συμμετείχαν ενεργά  στην πραγματοποίηση του έργου, μιλούν γι αυτόν, αλλά και ο ίδιος εμφανίζεται και παρεμβαίνει στην κουβέντα. Ένα πλήρες ντοκουμέντο για την κινηματογραφική και προσωπική του ζωή. Όπως γράφει και ο ίδιος ο Ντίνος, "μισή ζωή κινηματογράφος, μισή έρωτας, και τα δυο μαζί έρωτας αξεδιάλυτος για τη ζωή".

Στο ντοκιμαντέρ κουβεντιάζουν για τον Ντίνο οι: Παντελής Βούλγαρης, Βασίλης Βαφέας, Μίμης Πλέσσας, Κώστας Βουτσάς, Μάρθα Καραγιάννη, Βάσια Τριφύλλη, Ελένη Ροδίτη, Πέμη Ζούνη, Δήμητρα Χατούπη, Τάκης Σπυριδάκης, Νίκος Καβουκίδης, , Πέτρος Μάρκαρης, Γιάννης Μπακογιαννόπουλος, Νίνος Μικελίδης και πολύ άλλοι. Από αρχειακό υλικό μιλούν για τον Ντίνο, ο Γιάννης Δαλιανίδης, ο Γιώργος Αρβανίτης και ο Τάσος Ζωγράφος.

Η σκηνοθέτης Ισαβέλλα Μαυράκη θα μας τιμήσει με την παρουσία της και θα συζητήσει με τους παρευρισκομένους  για τον Θανάση Βέγγο καθώς και για την συνεργασία του με τον Ντίνο Κατσουρίδη μετά την προβολή του ντοκιμαντέρ. 

photo012    043c70db7b8bc9387bd8bd5ebbebf32f   images_news2013_PROSOPA_KATSOYRIDHS_NTINOS

Ντίνος Κατσουρίδης - Σύντομο Β  ιογραφικό 

Το όνομά μου είναι Ντίνος Κατσουρίδης. Γεννήθηκα το 1927 στη Λευκωσία της Κύπρου. Οι πρώτες μου (θολές) μνήμες είναι το κάψιμο του εγγλέζικου κυβερνείου, η απαγόρευση κυκλοφορίας μετά τη δύση του ήλιου, οι εγγλέζοι στρατιώτες με τα κοντά χακί παντελονάκια και η άγρια τρομοκρατία τους μέχρι του σημείου οτιδήποτε γαλανόλευκο - ακόμα και στις ... ρόδες ενός κάρου - να θεωρείται ποινικό αδίκημα. Θυμάμαι τα πρωινά που, μόλις ξύπναγα, χωνόμουν στο κρεβάτι των γονιών μου και τραγουδούσαμε τον εθνικό ύμνο και το Μαύρη είν’ η νύχτα στα βουνά.

28 Οκτωβρίου 1940. Οι ιταλιάνοι εισβάλλουν στην Ελλάδα και την ίδια στιγμή η στρατοκρατούμενη Λευκωσία πλημμυρίζει στην ελληνική σημαία. Ολα τα παλι-κάρια τρέξαμε να καταταγούμε, εμένα όμως με διώξανε οι εγγλέζοι γιατί φορούσα κοντά παντελονάκια.

  1. Τέλειωσε ο πόλεμος, τέλειωσα κι εγώ το Παγκύπριο Γυμνάσιο κι η μάνα μου μ’ έστειλε στην Αθήνα να σπουδάσω γιατρός. Την πίκρανα, όμως, και σπούδασα οικονομικά και στη συνέχεια νομικά, που κάποια στιγμή (και μέσα στις άγριες ώρες του πιο παράλογου εμφύλιου σπαραγμού) τα παράτησα σύξυλα και μπήκα στο παιχνίδι της υπόλοιπης ζωής μου που ήταν ο κινηματογράφος. Είπα στον πατέρα μου ότι θέλω να γίνω σκηνοθέτης κι ο καλός άνθρωπος με ρώτησε τι είν’αυτό. Του εξήγησα, δεν τον έπεισα. Μου ζήτησε να γυρίσω πίσω, μού’κοψε το επίδομα, αλλά και πάλι δεν με έπεισε. Αρχισα να φωτογραφίζω παιδάκια (κατ’ οίκον) και κάθε Δευτέρα τις γιγαντοαφίσες των κινηματογράφων για να βγάζω το νοίκι μου κι ένα κομμάτι ψωμί.
  2. Μπαίνω με υποτροφία στο τμήμα σκηνοθετών της σχολής Σταυράκου (το πρώτο εξάμηνο σπουδαστής, το δεύτερο ... καθηγητής φωτογραφίας). Δάσκαλός μου ο Γρηγόρης Γρηγορίου, που ακριβώς τότε άρχιζε την ταινία του «Πικρό Ψωμί» κι εγώ δούλεψα μαζί του βοηθός σκηνοθέτη. Φυσικά δεν πληρωνόμουνα – τίμημα του ... ψώνιου να θέλει κάποιος να γίνει σκηνοθέτης. Ολο κι όλο μου το μεροκάματο ήταν το πρωινό κολατσιό , ένα κομμάτι ψωμί και μια διάφανη φέτα τυρί. Πείνα και των γονέων.

Για να γλιτώσω τη λιμοκτονία, αλλά και να μείνω στο χώρο, δήλωσα τεχνικός. Δούλεψα (μεροκάματο πείνας βεβαίως) σε μια ταινία του Σπέντζου - «Αμάρτησα για το παιδί μου» - ως βοηθός οπερατέρ και φωτογράφος πλατό.

  1. Με φωνάζουνε στη ΦΙΝΟΣ για βοηθό οπερατέρ. Οταν ο Φίνος άκουσε για σπουδές σκηνοθεσίας και καθηγητιλίκια στη Σχολή Σταυράκου, χλώμιασε.
    «Αν πας για σκηνοθέτης, λάθος πόρτα χτύπησες. Η σταματάς εκεί ή δε μπαίνεις εδώ (!)». Σταμάτησα εκεί...

Στην αρχή δούλεψα βοηθός οπερατέρ και βοηθός μοντέρ, αμέσως μετά μοντέρ και στη συνέχεια διευθυντής φωτογραφίας, οπερατέρ και μοντέρ της ΦΙΝΟΣ. Ξεκίνησα με την «Αγνή του Λιμανιού» και περνώντας από ταινίες όπως: Το σοφεράκι – Ο γρουσούζης – Η ωραία των Αθηνών – Ούτε γάτα ούτε ζημιά - Η Γκόλφω - Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας - Η καφετζού - Το αμαξάκι - οι δυο «Λατέρνες» - Η κυρά μας η μαμή - Μια ζωή την έχουμε - Η Αστέρω - Ο Ηλίας του 16ου, τέλειωσα με Το Ξύλο βγήκε απ’ τον Παράδεισο. 8 χρόνια 21 ταινίες...
Τον Οκτώβρη του ‘59 παραιτήθηκα και βγήκα στην ελεύθερη πιάτσα να μετρήσω τις δυνάμεις μου.

  1. Η πρώτη μου σκηνοθετική δουλειά – «Εγκλημα στα παρασκήνια» - έδωσε παρών στο πρώτο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου στη Θεσ/νίκη και εισέπραξε 2 βραβεία. Θα ακολουθούσαν κι άλλα πολλά.

Από κει και πέρα φωτογραφία, σκηνοθεσία και μοντάζ εναλλάσσονται. «Αντιγόνη» του Τζαβέλλα, «Αλίμονο στους νέους» του Σακελλάριου, «Ο κύριος Πτέραρχος», «Της κακομοίρας», «Οι αδίστακτοι», «Σύντομο διάλειμμα» (δικές μου), «Ο Μεγάλος Διχασμός» του Γρηγορίου, «Τζίμης ο Τίγρης» του Βούλγαρη και άλλες και άλλες.

Απρίλης 1967. Απάνω που λέγαμε ότι κάτι επιτέλους πάει ν’ αλλάξει σ’ αυτή τη χώρα, να μπορέσουμε να μιλήσουμε και για πράματα που μας καίνε, εισβάλλει με τανκς στη ζωή μας η Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών και αντικαθιστά με γύψο την 30χρονη σιωπή των αμνών.

Το 1968-69 γυρίζω (φωτογραφία-μοντάζ) κάποιες ταινίες παραγωγής-σκηνο-θεσίας Βέγγου και το 1970 κάνω το ντεμπούτο μου στην παραγωγή με 2 ταινίες δικιάς μου σκηνοθεσίας και με το Βέγγο πρωταγωνιστή. Ετσι άρχισε η μακρο-βιότερη συνεργασία στο ελληνικό σινεμά. Η φιλία είχε αρχίσει πολύ πιο πριν.

Το 1971 παίρνω τη μεγάλη απόφαση και προχωρώ σε μια πράξη ... πολιτική. Γυρίζω μια «αντιπολεμική σάτιρα» (έτσι τη βάφτισα, δε γινόταν να την πω «αντιφασιστική-αντιδικτατορική»), το «Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση». Η κριτική επιτροπή του Φεστιβάλ φόρτωσε την ταινία με βραβεία, ενω αμέσως μετά, στις αίθουσες, γινόταν χαλασμός. Αυτό δεν ήταν ταινία, ήταν διαδήλωση!..

Την επόμενη χρονιά επανέρχομαι με 2 ταινίες, το «Θανάση πάρε τ’ όπλο σου» (δικό μου) και «Το προξενιό της Αννας» του Βούλγαρη, (είχα την παραγωγή και το μοντάζ), που και οι δυο μαζί σάρωσαν κυριολεκτικά τα βραβεία του Φεστιβάλ.

Αλλες 2 ταινίες το ‘73, αλλά ήδη είχαμε μπει βαθιά στην κρίση του ελληνικού σινεμά, που θα κρατούσε τρεις δεκαετίες, αν υποθέσουμε ότι έχουμε τελικά βγει από το φαύλο κύκλο.

Από το ‘76 ως το ‘82 γύρισα αρκετές ακόμα ταινίες με το Βέγγο. Μια απ’ αυτές - «Ο παλαβός κόσμος του Θανάση» - ήταν σπονδυλωτή, με εφτά 12λεπτα κινηματογραφικά διηγήματα και με μόνο συνδετικό κρίκο το Βέγγο. Δύο απ’ αυτά θεωρήθηκαν από τους κριτικούς της εποχής κομμάτια κινηματογραφικής ανθολογίας.

Για την ιστορία, τέλη της δεκαετίας του ’80 έκανα μία θητεία στο Δ.Σ. του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου και τρεις(!) θητείες ως πρόεδρος της Εταιρίας Ελλήνων Σκηνοθετών. (Αυτό κι αν ήταν περιπέτεια..)

Τα τελευταία 20 χρόνια με απορρόφησε ο νέος ελληνικός κινηματογράφος είτε ως διευθυντή φωτογραφίας είτε ως μοντέρ είτε ως συμπαραγωγό και πολύ συχνά με όλες αυτές τις ιδιότητες. Ταινίες του Βαφέα, του Βούλγαρη, του Νικολαîδη, του Ζερβού, της Μαυράκη, του Ψαρά, του Σταύρακα. Με τα 50 μου χρόνια στον κινηματογράφο γύρισα πάλι στην ...αρχή κι έκανα φωτογραφία στην ταινία μικρού μήκους (καμαρώνω γι αυτό) του Γ.Τζάνερη «Η Τροφός».

Και για το μέλλον; Μα...ό,τι και στο παρελθόν. Δε ξέρω ποιες ή πόσες ταινίες και με ποιες ιδιότητες θα γυρίσω τα επόμενα χρόνια, πάντως θα είμαι παρών.